οφτόν
Επεξεργασία Pronunciations
| אוֹפטון | (οφ-ΤΟΝ) | listen |
Ορισμοί
ψημένος, ψητός στα κάρβουνα ή στο φούρνο
Παραδείγματα Προτάσεων
-
είσιν εις το κανίσκιν οψάρια και κρέας οφτόν
Γλώσσες Προέλευσης
- Ελληνικά
Ετυμολογία
Οπτός, οφτός, ψητός
- Κανένα
- Other (please describe in Notes section)
- Νησιά του Αιγαίου
- Nicholas de Lange, Greek Jewish Texts from the Cairo Genizah, J. C. B. Mohr, Tubingen, 1996
Ποιοι τη Χρησιμοποιούν
Περιοχές
Λεξικά
Σημειώσεις
Λέξη καθημερινής και πρακτικής χρήσης.
βλ. Ε. Κριαρά, Λεξικό της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας, 1100-1669, Θεσσαλονίκη; Liddell & Scott, Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης, Αθήνα, Πελεκάνος, 2013
Επεξεργασία Λείπει κάτι από αυτή την καταχώρηση; Είναι ανακριβής; Μη διστάσετε να υποδείξετε μια τροποποίηση.