Άβελ
Pronunciations
| Άβελ | (Α-βελ) | listen |
Ορισμοί
ο πενθών
Παραδείγματα Προτάσεων
Ο Άβελ είναι αυτός που πενθεί, είναι αέρας, είναι ματαιότητα.
Γλώσσες Προέλευσης
- Εβραϊκά
Ετυμολογία
הבל, hevel, πνοή, ατμός, ανάσα που χάνεται.
- Θρησκευόμενοι Εβραίοι: Θρησκευόμενοι Εβραίοι που έχουν λάβει εβραϊκή εκπαίδευση
- Εβραίοι: Εβραίοι με διαφορετικό θρησκευτικό υπόβαθρο και συμμετοχή
- Μη-Εβραίοι: (λέξεις που έχουν διαδοθεί εκτός εβραϊκών κοινοτήτων)
- Μακεδονία
- Θράκη
- Ήπειρος
- Ιόνια Νησιά
- Κεντρική Ελλάδα
- Θεσσαλία
- Πελοπόννησος
- Νησιά του Αιγαίου
- Κρήτη
- Άρης Εμμανουήλ, Γλωσσάρι εβραϊκών όρων & Ονομάτων, Αθήνα, εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2016
Ποιοι τη Χρησιμοποιούν
Περιοχές
Λεξικά
Εναλλακτικές Ορθογραφίες
Αβέλ
Σημειώσεις
Λέξη καθημερινής, πρακτικής, αλλά και θρησκευτικής χρήσης.
Επεξεργασία Λείπει κάτι από αυτή την καταχώρηση; Είναι ανακριβής; Μη διστάσετε να υποδείξετε μια τροποποίηση.