κολέλ
Επεξεργασία Pronunciations
| κολέλ | (κολ-ΕΛ) | listen |
Ορισμοί
συνάθροιση, ίδρυμα θεολογικών σπουδών για έγγαμους άνδρες
Παραδείγματα Προτάσεων
-
Ο Ιωσήφ μετά το γάμο του ξεκίνησε σπουδές σε ένα κολέλ στο Ισραήλ.
Γλώσσες Προέλευσης
- Εβραϊκά
Ετυμολογία
כלל (kolel), περιλαμβάνω, ενσωματώνω
- Θρησκευόμενοι Εβραίοι: Θρησκευόμενοι Εβραίοι που έχουν λάβει εβραϊκή εκπαίδευση
- Εβραίοι: Εβραίοι με διαφορετικό θρησκευτικό υπόβαθρο και συμμετοχή
- Μακεδονία
- Θράκη
- Ήπειρος
- Ιόνια Νησιά
- Κεντρική Ελλάδα
- Θεσσαλία
- Πελοπόννησος
- Νησιά του Αιγαίου
- Κρήτη
- Δείτε Περισσότερα
- Άρης Εμμανουήλ, Γλωσσάρι εβραϊκών όρων & Ονομάτων, Αθήνα, εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2016
Ποιοι τη Χρησιμοποιούν
Περιοχές
Λεξικά
Επεξεργασία Λείπει κάτι από αυτή την καταχώρηση; Είναι ανακριβής; Μη διστάσετε να υποδείξετε μια τροποποίηση.