Pronunciations

παρνάς (παρ-ΝΑΣ) listen

Ορισμοί

  • έφορος, θρησκευτικός ηγέτης και διαχειριστής

Παραδείγματα Προτάσεων

  • Ο παρνάς της κοινότητας είχε την ευθύνη για τη συλλογή πόρων και τη στήριξη των φτωχών.

Γλώσσες Προέλευσης

  • Ελληνικά
  • Εβραϊκά

Ετυμολογία

  • פ־ר־נ־ס (p-r-n-s), συντηρώ


    (ελλ.) πρόνηος, πρώτος του Ναού

    • Ποιοι τη Χρησιμοποιούν

      • Θρησκευόμενοι Εβραίοι: Θρησκευόμενοι Εβραίοι που έχουν λάβει εβραϊκή εκπαίδευση
      • Εβραίοι: Εβραίοι με διαφορετικό θρησκευτικό υπόβαθρο και συμμετοχή

      Περιοχές

      • Μακεδονία
      • Θράκη
      • Ήπειρος
      • Ιόνια Νησιά
      • Κεντρική Ελλάδα
      • Θεσσαλία
      • Πελοπόννησος
      • Νησιά του Αιγαίου
      • Κρήτη

      Λεξικά

      • Άρης Εμμανουήλ, Γλωσσάρι εβραϊκών όρων & Ονομάτων, Αθήνα, εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2016

Επεξεργασία     Λείπει κάτι από αυτή την καταχώρηση; Είναι ανακριβής; Μη διστάσετε να υποδείξετε μια τροποποίηση.

Share this word: