Pronunciations

σαμάς (σα-ΜΑΣ)

Ορισμοί

  • βοηθητικό κερί της Χανουκία (Χανουκιγιά), με το οποίο ανάβουν όλα τα υπόλοιπα κεριά

  • ο υπεύθυνος της συναγωγής, ο επιστάτης

Παραδείγματα Προτάσεων

  • Άναψαν πρώτα τον σαμάς και μετά τα υπόλοιπα κεριά του Χανουκά.

Γλώσσες Προέλευσης

  • Εβραϊκά

Ετυμολογία

  • ש־מ־ש (sh-m-sh) ήλιος

    • Ποιοι τη Χρησιμοποιούν

      • Θρησκευόμενοι Εβραίοι: Θρησκευόμενοι Εβραίοι που έχουν λάβει εβραϊκή εκπαίδευση
      • Εβραίοι: Εβραίοι με διαφορετικό θρησκευτικό υπόβαθρο και συμμετοχή

      Περιοχές

      • Μακεδονία
      • Θράκη
      • Ήπειρος
      • Ιόνια Νησιά
      • Κεντρική Ελλάδα
      • Θεσσαλία
      • Πελοπόννησος
      • Νησιά του Αιγαίου
      • Κρήτη

      Λεξικά

      • Άρης Εμμανουήλ, Γλωσσάρι εβραϊκών όρων & Ονομάτων, Αθήνα, εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2016

Επεξεργασία     Λείπει κάτι από αυτή την καταχώρηση; Είναι ανακριβής; Μη διστάσετε να υποδείξετε μια τροποποίηση.

Share this word: